Κωνσταντίνος Καρεμφύλλης
00:00 - 01:00
Μαρία Μαρκοπούλου
01:00 - 03:00
Ηρακλής Ευστρατιάδης
03:00 - 05:00
Κωνσταντίνος Καρεμφύλλης
05:00 - 06:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
06:00 - 06:10
Μιχάλης Παπαευαγόρου - Νίτσα Παύλου - Χάρης Παναγιώτου
06:10 - 07:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
07:00 - 07:05
Μιχάλης Παπαευαγόρου - Νίτσα Παύλου - Χάρης Παναγιώτου
07:05 - 08:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
08:00 - 08:05
Μιχάλης Παπαευαγόρου - Χάρης Παναγιώτου - Νίτσα Παύλου
08:05 - 08:30
Μιχάλης Παπαευαγόρου - Νίτσα Παύλου - Χάρης Παναγιώτου
08:30 - 09:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
09:00 - 09:05
Μιχάλης Παπαευαγόρου - Νίτσα Παύλου - Χάρης Παναγιώτου
09:05 - 10:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
10:00 - 10:10
Έλενα Χειλέτη
10:10 - 11:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
11:00 - 11:05
Έλενα Χειλέτη
11:05 - 12:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
12:00 - 12:05
Χαρά Γεωργιάδη
12:05 - 13:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
13:00 - 13:30
Πόλυς Χαραλάμπους - Κωνσταντίνος Νικολάου
13:30 - 15:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα Deutsche Welle
15:00 - 15:10
Πανίκος Καρπέττας
15:10 - 16:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
16:00 - 16:05
Πανίκος Καρπέττας
16:05 - 17:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
17:00 - 17:10
Πανίκος Καρπέττας
17:10 - 18:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
18:00 - 18:05
Γεωργία Αντωνιάδου
18:10 - 19:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
19:00 - 19:10
Φάνης Κρίγκος
19:10 - 21:00
Σώσης Θεοδοσίου
21:00 - 00:00
76 %
S
0 km/h
SE
3.2 km/h
86 %
W
3.4 km/h
S
7.7 km/h
54 %
NE
5.6 km/h
98 %
W
0.2 km/h

Τα σωστά ελληνικά

ΣΩΣΤΑ ΚΑΙ ΛΑΘΗ

Απογοητεύω όχι απαγοητεύω

Το απογοητεύω που είναι το σωστό είναι σύνθετο από την πρόθεση «από» και το ρήμα «γοητεύω» και σημαίνει παύω να ασκώ γοητεία πάνω σε κάποιο που με θαύμαζε.

 

Εγκύπτω και Ενσκήπτω

Το εγκύπτω είναι σύνθετο από το «εν» και «κύπτω» και κυριολεκτικά σημαίνει σκύβω πάνω σε κάτι, μεταφορικά εξετάζω με προσοχή, μελετώ κάτι προσεχτικά.

Το ενσκήπτω είναι σύνθετο από την πρόθεση «εν» και το «σκήπτω» που σημαίνει επιπίπτω, εκτοξεύω κάτι εναντίον κάποιου (από αυτό προέρχεται και το σκήπτρο, σύμβολο εξουσίας και δύναμης).

Παραδείγματα:

• Στη χώρα ενέσκηψε επιδημία χολέρας.

• Το Μάιο συχνά ενσκήπτουν καταιγίδες που προκαλούν καταστροφές.

Κληροδοτώ και κληρονομώ

Το κληροδοτώ (από το -κλήρος» (μερίδιο) και «δίδω») σημαίνει δίνω μερίδιο από την περιουσία μου σε κάποιο ή δίνω στους απογόνους μου αυτά που έχω (ουσιαστικά: κληροδότης, κληροδότημα, κληροδοσία). Π.χ. Οι πρόγονοι των κλασικών χρόνων μας κληροδότησαν θαυμαστά έργα πολιτισμού.

Το κληρονομώ, σύνθετο από το «κλήρος» και «νέμω», σημαίνει παίρνω μερίδιο από την περιουσία των γονιών μου ή των προγόνων μου (ουσιαστικά: κληρονόμος, κληρονομικά, κληρονομικότητα).

Παραδείγματα:

  • Οι γονείς και οι πρόγονοι κληροδοτούν, ενώ τα παιδιά και οι απόγονοι κληρονομούν.
  • Είναι πολύ εύπορος, γιατί κληρονόμησε την τεράστια περιουσία τον πατέρα τον.
  • Γα παιδιά κληρονομούν τα σωματικά χαρακτηριστικά από τους γονείς τονς.