Κωνσταντίνος Καρεμφύλλης
00:00 - 01:00
Μαρία Μαρκοπούλου
01:00 - 03:00
Ηρακλής Ευστρατιάδης
03:00 - 05:00
Κωνσταντίνος Καρεμφύλλης
05:00 - 06:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
06:00 - 06:10
Μιχάλης Παπαευαγόρου - Νίτσα Παύλου - Χάρης Παναγιώτου
06:10 - 07:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
07:00 - 07:05
Μιχάλης Παπαευαγόρου - Νίτσα Παύλου - Χάρης Παναγιώτου
07:05 - 08:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
08:00 - 08:05
Μιχάλης Παπαευαγόρου - Χάρης Παναγιώτου - Νίτσα Παύλου
08:05 - 08:30
Μιχάλης Παπαευαγόρου - Νίτσα Παύλου - Χάρης Παναγιώτου
08:30 - 09:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
09:00 - 09:05
Μιχάλης Παπαευαγόρου - Νίτσα Παύλου - Χάρης Παναγιώτου
09:05 - 10:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
10:00 - 10:10
Έλενα Χειλέτη
10:10 - 11:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
11:00 - 11:05
Έλενα Χειλέτη
11:05 - 12:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
12:00 - 12:05
Χρήστος Ζαβός
12:05 - 13:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
13:00 - 13:40
Πόλυς Χαραλάμπους - Χρήστος Ζαβός
13:40 - 15:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
15:00 - 15:05
Δημοσιογραφικό Τμήμα Deutsche Welle
15:05 - 15:15
Πανίκος Καρπέττας
15:15 - 16:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
16:00 - 16:05
Πανίκος Καρπέττας
16:05 - 17:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
17:00 - 17:10
Κωνσταντίνος Καρεμφύλλης
17:10 - 18:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
18:00 - 18:05
Χρήστος Ζαβός
18:05 - 18:10
Φάνης Κρίγκος
18:10 - 19:00
Δημοσιογραφικό Τμήμα
19:00 - 19:10
Φάνης Κρίγκος
19:10 - 21:00
Σώσης Θεοδοσίου
21:00 - 00:00
57 %
NE
8 km/h
46 %
SW
16.1 km/h
72 %
SW
7.4 km/h
SW
5.5 km/h
76 %
N
2.1 km/h
100 %
W
7.4 km/h

Οι πλημμύρες στη Λεμεσό το 1880 και το 1894. Μέρος πρώτο

Με την ευκαιρία της πρόσφατης επανέκδοσης από το Κανάλι 6 του βιβλίου, «Ευστάθιου Παρασκευά Παλαίμαχου «Παλαιαί Αναμνήσεις». Η Λεμεσός κατά τον 19ο αιώνα. Και με έξι κείμενα του Ξ. Φαρμακίδη. Εισαγωγή – επιμέλεια Τίτου Κολώτα» και με αφορμή τις πλημμύρες που μας έπληξαν τις τελευταίες μέρες, μεταφέρουμε κάποιες λεπτομερείς περιγραφές που μας άφησε Ευστάθιος Παρασκευάς στο βιβλίο του για τις φοβερές πλημμύρες που γνώρισε η Λεμεσός προς το τέλος του 19ου αιώνα. Στις 16 Οκτωβρίου και 12 Δεκεμβρίου του 1880 και στις 30 Οκτωβρίου 1894.

Λέει λοιπόν ο Παρασκευάς:

«΄Ητο καλή η ευκαιρία για μένα από την τελευταίαν πλημμύραν των ποταμών και των δυστυχημάτων που συνέβησαν, να ενθυμηθώ τας παλαιάς πλημμύρας της Λεμεσού και να δώσω εις τους αναγνώστας μου μερικάς περιγραφάς αυτών:

Αι πειό ονομασταί πλημμύραι της Λεμεσού έγειναν την 16ην Όκτωβρίου και 12 Δεκεμβρίου του 1880 και την 30 Όκτωβρίου 1894. Θα ομιλή­σω φυσικά δια την πρώτην και έπειτα δια τας αλλάς.

Εκείνην την ημέραν 16 Όκτ. Υπήγα και εγώ να πάρω τον καφέ μου πρωί – πρωί εκεί, οπότε ήρχισαν βροχές διαρκείς· εις τας 10 π.μ. ακούσθηκεν ότι κατέβη η «Βαθειά» - όπως έλεγαν και λέγουν ακόμη τα κατεβάσματα των νερών της βροχής από ωρισμένον σημείον βορειοδυτικώς της πόλεως, όπου ευρίσκετο και το σπίτι μας. Έτρεξα αμέσως και εις την διασταύρωσιν των δρόμων Αγ. Ανδρέου και Βικτωρίας. Το νερό ήτο επάνω στους τοίχους των σπιτιών πλέον των τεσσάρων ποδών. Επεχείρησα να περάσω άλλ' η ορμή του νερού δεν με άφινε. Τότε ο Κυριάκος, πενθερός του κ. Ηλία Ηλιάδη που ήτο μέσα στο μαγαζί του Λοϊζή πατρός της κας Πολυξένης Λοϊζιάδος με εφώναξε και επήγα μέσα. Από την πόρτα παρετήρησα ότι ένα μικρό μαγαζί - το μόνον που υπήρχε τότε - και όλη η έκτασις έως στα χάνια είχε καλυφθή με νερό, ήτο μία λίμνη

Η 2α ΠΛΗΜΜΥΡΑ

Αύτη, ως είπαμεν, έγεινεν εις τάς 12 Δεκεμβρίου 1880 ημέραν του Αγίου Σπυρίδωνος. Αι βροχές άρχισαν μόλις ανέτειλεν ο ήλιος και εξηκολούθησαν χωρίς να σταματήσουν μέχρι της 9ης π.μ. Το νερό που ήρχετο από τον δρόμον Ελευθερίας και από την βαθειάν της Τζαμούδας έφθασεν εις τους τοίχους των σπιτιών - οι δρόμοι τότε δεν είχαν πεζοδρόμια και ήσαν πολύ βαθύτεροι εις το μέσον - που ήσαν 1 ½ πόδι υψηλότεροι από το μέσον του δρόμου. Αμέσως εγώ έλαβα προφυλακτικά μέτρα δια το σπίτι μου και κατόπιν εβγήκα έξω και εστάθηκα στην πόρτα μου. Αίφνης βλέπω να κατρακυλά από τον δρόμον Ελευθερίας ένας όγκος νερού μαύρος ύψους δύο μέτρων και να ορμά μέσα στην πόλιν. Εφοβήθηκα και εμπήκα μέσα και έως να φθάσω την σκάλαν το νερόν έσπασε την πόρταν και κατέκλυ­σε το σπίτι ολόκληρον εις ύψος ενός μέτρου. Ανέβηκα στο ανώγειον που ήτο ή αδελφή μου και ο αδελφός μου. Από το δώμα του σπιτιού εκύτταξα κάτω και βλέπω τα νερά των τριών δρόμων να συναντώνται εις την διασταύρωσιν να στριφογυρίζουν και να παλαίουν ούτως ειπείν μεταξύ των. Άνευ υπερβολής ήσαν εις ύψος ενός πήχεος.

Ήτο ένα θέαμα μεγαλοπρεπές αλλά και ένας όγκος επικίνδυνος δια τους περιοί­κους, δια τούτο απεφασίσαμεν να εγκαταλείψωμεν το σπίτι μας. Από δώμα σε δώμα εφθάσαμεν εις την καμαρόπορτα των περβολιών του μακ. Μαυροσκούφη και απ' εκεί κατεβήκαμεν κάτω εις την δεξαμενήν.

Τότε μας εφώναξεν από την ταράτσαν η κ. Μαυροσκούφη να ανεβούμεν εις το σπίτι της που το μισό ήτο κτισμένον από πέτραν. Μέσα από το νερόν επεράσαμεν, που μας έχωνε κάτω από την μέσην, αλλά όταν εμπήκαμεν και επεράσαμεν τον ηλιακόν δια να ανεβούμεν την σκάλαν, μας έχωσε πάνω από την μέσην. Από το σπίτι του Μαυροσκούφη είδαμεν να χαλούν όλα τα αντικρυνά σπίτια, εις το μέρος όπου είνε σήμερον η οικία της κ. Μιχ. Πηλαβάκη (τότε ήσαν σταύλοι ανήκοντες εις τον κ. Μαυροσκούφην). Ενθυμούμαι ότι οι σταύλοι αυτοί, το σπίτι του μακ. Σίττα και όλα μέχρι της διασταυρώσεως των δρόμων Σπάρτης και Ελλάδος έπεσαν μέχρι θεμελίων. Έτσι σαν έβλεπα κάτω έπεσεν ένα κομμάτιν ύψος από την σάλαν, οπότε τους είπα ότι πρέπει να φύγωμεν απ' εδώ και συγκεντρωθούμεν στην ταράτσαν. Πράγματι απεσύρθημεν όλοι εκεί αλλά εγώ πάντοτε σκεπτικός ήθελα να φύγωμεν απ' εκεί. Ο αδελφός μου, η αδελφή μου και εγώ κατεβήκαμεν την σκάλαν και χωσμένοι έως το στήθος εις το νερόν επροχωρούσαμεν προς τον περίβολο ν της Καθολικής, εις την ταράτσαν της όποιας υπήρχε πλήθος κόσμου. Σαν προχωρήσαμε 15 βήματα το τρίπατο του Μαυροσκούφη κατέπεσεν, ευτυχώς όμως δεν παρέσυρε και την πτέρυγα που ήτον η ταράτσα η φιλοξενούσα την οικογένειαν Μαυροσκούφη. Εφθάσαμεν εις τον περίβολον της Εκκλησίας, πριν φθάσωμεν ημείς ήρχισε βροχή και χάλαζα και μόλις κατωρθώσαμεν με πολλά βάσανα να βγούμε ζωντανοί από το νερόν που μας έχωνε έως στο στήθος. Εκεί το νερόν είχε γεμίσει τον περί­βολον και την Εκκλησίαν. Εις μιαν γωνιάν της Εκκλησίας ήτο λιποθυμισμένος ο υπα­στυνόμος Καφιέρος από το κρύο νερό που ευρίσκετο βοηθών τον κόσμον. Ο Παπά Ηλίας τον έτριβε με σπίρτο και έτσι συνήλθε. Επάνω στην ταράτσαν ο κόσμος διηγείτο τα βάσανα του, τας καταρρεύσεις των σπιτιών κλπ.

Εις τας 3 μ.μ. εσταμάτησε το ρεύμα του νερού και ο καθένας έτρεχε στα σπίτια του. Άλλα δεν θα ξεχάσω το θέαμα. Όσα σπίτια συνώρευαν με το σπίτι του Μαυροσκούφη έπεσαν όλα, και εις μιαν περιοχήν εκεί υπήρχεν ένας λόφος πλέον 4 μέτρων, αποτελούμενος από πλιθάρια, πόρτες, τράβες, έπιπλα κτλ.

Τότε εργάται του Δημαρχείου και ζαπτιέδες έως το βράδυ ειργάσθησαν και ήνοιξαν τον δρόμον και το νερόν που είχε σταματήση ήρχισε να τρέχει εις την θάλασσαν.

Θύματα εκ πνιγμού υπήρξαν πολλά εις την Τουρκικήν συνοικίαν. Από τους δικούς μας ενθυμούμε ένα παιδί που ευρίσκετο εις ένα μαγαζί που έμενεν ο Πελλο Σιουκρής και ο Λαυρέντιος του Αγ. Νικολάου, οι οποίοι ευρέ­θησαν πνιγμένοι.»

Φώτο Γκραβούρες από τις πλημμύρες στη Λεμεσού το 1880

Add to Νέα Σταθμού: 
0